Αταράγκι: Η βασίλισσα των Μαορί




Η μικρή 7χρονη βασίλισσα των Μαορί, Αταράγκι*, είπε στον Ποιητή Μισογύνη που την λάτρευε: «O αδερφός μου ο Ταγκαρόα* και εγώ, κοιμόμαστε με ανοιχτό μαχαίρι, αεροβόλο και πιστόλι με αληθινές σφαίρες κάτω από το μαξιλάρι. Όμως οι ληστές δεν θέλουν να έρθουν γιατί θα τους σφάξουμε. Οι δειλοί!»
Ο ποιητής πήρε την λατρεμένη του βασιλοπούλα στην αγκαλιά.

Ήρθε ο ζωγράφος και οι κυρίες στο δωμάτιο αναμονής όρμηξαν: «Τι βρίσκεις σ΄αυτήν την Αταράγκι και την ζωγραφίζεις μόνο για 400 πισλότια; Ούτε κατά διάνοια είναι τόσο αξιαγάπητη, φρόνιμη και υπάκουη σαν τα άλλα τα παιδάκια.
Και είπε ο ζωγράφος: «Α, έτσι. Τότε από σήμερα θα την ζωγραφίζω τζάμπα, καταλάβατε; Τζάμπα! Για εμένα και για τον κόσμο. Δηλαδή επιτέλους μια φορά όχι τζάμπα. Θα την ζωγραφίσω πάνω σε έναν χαμηλό σιδερένιο θρόνο με πόδια γαζέλας και μαύρες μπούκλες, περιτρiγυρισμένη από κρανία. Ναι, κρανία! Ένα κρανίο θα κρέμεται από χρυσή αλυσίδα στο λαιμό της και ένας νέος στη γωνιά θα πίνει δηλητήριο για χάρη της από πράσινο κύπελο. Ο τίτλος θα είναι «Μικρή, μικροσκοπική βασίλισσα των Μαορί, αγριόγατα, νικήτρια. Σαν από χαμένους πια καιρούς γεμάτους δύναμη, πείσμα, ομορφιά, καιρούς ανίκητους. Παρ' όλα αυτά γεμάτη χάρη, να κλαις μερόνυχτα για μια μονάχα της κίνηση».

Έτσι μίλησε ο ζωγράφος και οι μάνες των καλοαναθρεμμένων, υπάκουων παιδιών χλώμιασαν και έφυγαν σχεδόν άρρωστες, σχεδόν στα τέσσερα από το εργαστήρι του.

Την επόμενη μέρα του έγραψαν: «Θα ζωγραφίσεις τα παιδιά μας για 3000 πισλότια;»
Και εκείνος απάντησε: «Όχι!»
Την τρίτη μέρα όμως είπε, «ναι».

Και ζωγράφισε τα παιδιά τους. Και όλες οι μάνες και οι θείες και οι ξαδέρφες και οι γιαγιάδες ήταν ευνθουσιασμένες.
«Ναι! Έτσι είναι το θησαυρουλάκι μας. Τόσο όμορφο, τόσο υπάκουο. Το αγαπημένο μας, χρυσό μας πλασματάκι. Όλη η τρυφερότητά του ρέει από τα μάτια του...»

Ναι, όντως. Ήταν τα τρυφερά μοσχάρια ηλίθιων αγελάδων, πολύ σωστά απεικονισμένα και διαιωνισμένα. Και κάθε μοσχάρι κοστίζει 3.000 πισλότια.

Όμως την Αταράγκι, την βασίλισσα των Μαόρι,  πάνω σε σφυρήλατο, κοντό θρόνο με τις νεκροκεφαλές, την είχε ζωγραφίσει τζάμπα, όμως όχι τζάμπα.

Και οι αγελάδες είπαν: «Πολύ σας μοιάζει κυρία Χόνγκι!*»
Όμως η γιαγιά της Αταράγκι στεκόταν πολύ ώρα μπροστά στον πίνακα και δεν μιλούσε. Στεκόταν συχνά μπροστά στον πίνακα και τον κοιτούσε, τον κοιτούσε, τον κοιτούσε.
Και μια μέρα είπε στο ζωγράφο: «Δώσε μου την εικόνα. Δεν είναι τίποτα για σένα. Ειναι πολύ παλιά...θέλω να θυμάμαι...»



Άνα Ζουμάνη


Ταγκαρόα* (θεός της θάλασσας, των ποταμών και των λιμνών) 
Αταράγκι* (πρωϊνός ουρανός)
Χόνγκι* (χαιρετισμός: πατάς την μύτη σου στην μύτη του άλλου για να νιώσεις την ανάσα της ζωής)

εφημεροπτερα




SHARE

Άνα Ζουμανάκη -Εφημερόπτερα

Welcome.

  • Image
  • Image
  • Image
  • Image
  • Image